Τροχοπέδη το συσσωρευμένο δημόσιο χρέος, από τα μεγαλύτερα στον κόσμο σε σχέση με το ΑΕΠ της χώρας. Τα διλήμματα με το πρωτογενές πλεόνασμα και η αδύναμη αγορά εργασίας. Γράφει η Δήμ. Χατζηαγγελάκη.

Ο Tim Marshall στο βιβλίο του «Αιχμάλωτοι της Γεωγραφίας» (2019) αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «αν υποτιμήσεις τον παράγοντα γεωγραφία, αυτή στο τέλος θα σε τιμωρήσει». Ο συλλογισμός που εμπεριέχει αυτή η φράση ίσως αρμόζει στην περίπτωση της Ελλάδας, η οποία, ενώ βρίσκεται στο νευραλγικό σημείο μεταξύ Ανατολής και Δύσης, θα μπορούσε με προσεκτική πολιτική και οικονομική διαχείριση των υποθέσεών της να βρίσκεται σε μια βιώσιμη και σταθερή οικονομική κατάσταση.

Αντίθετα μια σειρά από παρελθούσες λανθασμένες οικονομικές και πολιτικές επιλογές έχουν καταστήσει την χώρα μας ιδιαίτερα ευάλωτη σε απρόβλεπτες χρηματοοικονομικές αλλά και υγειονομικές κρίσεις, όπως αυτή που βιώνουμε τώρα…

Αν ανατρέξουμε στην ιστορία της Ελλάδας από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους μέχρι και σήμερα, τον 21ο αιώνα, θα παρατηρήσουμε ότι πολύ συχνά υπήρχε έλλειψη οράματος και κυριαρχούσαν τα μικροπολιτικά συμφέροντα, ο λαϊκισμός, η ολιγωρία, η καθυστέρηση των μεταρρυθμίσεων, η έλλειψη κατανόησης της κρισιμότητας των γεγονότων, καλύπτοντας τις χρόνιες αδυναμίες με υπερδανεισμό, με αποτέλεσμα να έχουμε το θλιβερό ρεκόρ των 7 πτωχεύσεων…

Ας επικεντρωθούμε όμως στις πιο πρόσφατες δεκαετίες εκείνες από το 1990 έως το 2017. Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας για το διάστημα 1990-2017 το παγκόσμιο ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 336%, ενώ το αντίστοιχο της Ελλάδας μόλις κατά 119%‧. Η σύγκριση αυτή αποδεικνύει ότι η Ελλάδα δεν κατάφερε να ακολουθήσει τις παγκόσμιες τάσεις οικονομικής μεγέθυνσης, ενώ την ίδια στιγμή το δημόσιο χρέος εκτοξεύθηκε σε δυσθεώρητα επίπεδα.

Η διαχρονική έλλειψη ουσιαστικών διαχρονικών μεταρρυθμίσεων ιδιαίτερα μετά τις δύο πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και 1977, ο υπερδανεισμός και ταυτόχρονα η «κακή» διαχείριση των πόρων αυτών (αφού δεν διοχετεύθηκαν στην έρευνα και την ανάπτυξη των παραγωγικών τομέων της οικονομίας και τη βελτίωση των μεθόδων λειτουργίας τους, αλλά σε εισαγόμενα καταναλωτικά προϊόντα), διεύρυναν την απόσταση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας μας από το αντίστοιχο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι σήμερα οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Πολωνία, η Σλοβενία, η Σλοβακία, η Εσθονία, η Λιθουανία θα μας ξεπερνούσαν στο κατά κεφαλήν εισόδημα και θα χαρακτηρίζονταν χρηματοοικονομικά υγιείς χώρες, ενώ η Ελλάδα θα θεωρούνταν ο αδύναμος οικονομικός κρίκος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Ελλάδα επηρεάσθηκε έντονα από τις επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007-8 και αναδείχθηκαν τα χρόνια διαρθρωτικά της προβλήματα με αποτέλεσμα να βυθιστεί σε μια υπερδεκαετή περιπέτεια.

Στη συνέχεια, η πανδημία του κορωνοϊού Covid-19 έπληξε σοβαρά την παγκόσμια οικονομία, επηρεάζοντας ιδιαίτερα το ΑΕΠ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 κρατών.

Όπως ήταν φυσικό η επίδραση του κορωνοϊού στην χώρα μας ήταν εντονότερη και οδήγησε την ευάλωτη ελληνική οικονομία σε απογοητευτική κατάσταση, σε όλα τα επίπεδα.

Σύμφωνα με τη μηνιαία έρευνα εργατικού δυναμικού της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα για το σύνολο του 2020 εκτιμάται στο 18% από 17,3% πέρυσι. Σύμφωνα δε με μελέτη της Διεύθυνσης Μελετών της Eurobank, η αγορά εργασίας θα παραμείνει ευάλωτη και το 2021.

Πέραν του διεθνώς αναγνωρισμένου δείκτη οικονομικής ανάπτυξης μιας χώρας, που είναι το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν σε (PPP), πρέπει να αναφερθεί και το υπέρογκο δημόσιο χρέος της, το οποίο σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ξεπέρασε το 200% του ΑΕΠ! Οι πλέον τελευταίες εκτιμήσεις το προσδιορίζουν σε 208% του ΑΕΠ (ΔΝΤ, IIF, Καθημερινή, 29-11-2020). Συγκεκριμένα, το ύψος του ακαθάριστου δημόσιου χρέους, στο τέλος του περασμένου Ιουνίου, ανήλθε στο ποσό των 362,87 δισ. ευρώ, από 356,02 δισ. ευρώ που ήταν τον Δεκέμβριο του 2019. Προκύπτει δηλαδή αύξηση της τάξης των 6,9 δισ. ευρώ σε ένα εξάμηνο.

Σύμφωνα με Έκθεση του Δημοσιονομικού Παρατηρητηρίου του ΔΝΤ, η ύφεση στην Ελλάδα αναμένεται να είναι του ύψους 9,5% το 2020. Το Ταμείο προβλέπει επιστροφή της Ελλάδας από το 2022 στα πρωτογενή πλεονάσματα αλλά και αύξηση του πρωτογενούς ελλείμματος και του δημοσίου χρέους εντός του 2020. Οι προβλέψεις του Ταμείου για το 2020 εδράζονται στη πεποίθηση ότι οι πολιτικές παρεμβάσεις για τη διαχείριση της πανδημίας οδήγησαν σε ταυτόχρονη πτώση των δημοσίων εσόδων και σε απότομη αύξηση των δημοσίων δαπανών (Protagon.gr, 22-08-2020).

Η Ελλάδα με ένα συσσωρευμένο δημόσιο χρέος, από τα μεγαλύτερα στον κόσμο σε σχέση με το ΑΕΠ της, είναι μια χρηματοοικονομικά ευάλωτη χώρα, με πολλές προκλήσεις μπροστά της σε ένα γρήγορα μεταβαλλόμενο παγκόσμιο περιβάλλον και απαιτούνται γρήγορα αντανακλαστικά και μεταρρυθμίσεις που θα την καταστήσουν ανταγωνιστική δίνοντας προτεραιότητα στη νέα γενιά.

Η μεταφορά πόρων στην εκπαίδευση των νέων είναι εφικτή και πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα για τις κυβερνήσεις, αφού οι νέοι μας αποτελούν το σημαντικότερο κεφάλαιο της χώρας μας.

** Η Δήμητρα Χατζηαγγελάκη είναι Διδάκτωρ Διοίκησης και Ηγεσίας Παντείου Παν/ου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, άρθρο που δημοσιεύθηκε στο Euro2day στις 16 Φεβρουαρίου 2021

Share this post on: